Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Ο Μυστικός Μου Κήπος




Το παραμύθι με τους Χίλιους Σκλάβους και το Ένα Μάτι πέταξε από τα χείλη της γιαγιάς. Ο τρόμος άπειρων γενεών φώλιασε μέσα.

Απόκοσμα κύματα , θραύσματα από φτερά μέλισσας, μια γλύκα στο στόμα που γίνεται βράχος.

Κρύσταλλοι αλατιού, ορυχεία για ορφανά, μία σκέψη από τον Δάντη.

Τα πρωινά είναι μια τεράστια λεωφόρος, ένα μάσημα τροφής για πράσινες παλινδρομήσεις.

Δίψα.

Μόνο αλάτι και τίποτε άλλο.

Μία αλληλουχία γεγονότων θα αγκαλιάσουν ένα πολύχρωμο βόα στην διαδρομή πρός την γέννα και εκείνος ρημαγμένος από βαθύ ύπνο, αρχέγονα θα ορίσει την πρόσκληση για ζευγάρωμα πάνω σε πεδίαδες βρεγμένων φυκιών και ο χρόνος σαν ακολουθία θα ορίσει το ταξίδι σαν μια στιγμιαία φώτιση, μετάδοση chi, ένα ξέσπασμα οργής του Ένα και ίσως να είναι λίγο τραβηγμένο, αλλά στο βάθος πάνω σε μιά αραχνιασμένη κουνιστή πολυθρόνα μια γιαγιά με ολόλευκη αύρα, ξεπλυμένη όραση και μια σταγόνα νερού στο ημίφως, θα κινήσει για την εστία που σιγοκαίει στο βάθος του μαύρου ορίζοντα.

Το ποτάμι είπανε δεν γυρίζει πίσω. Ήταν όμως ποτέ κάτι για να γυρίσει? Και αν ήταν, τί είναι αυτό που ορίζει το παρόν? Και αν είδες το παρόν πώς το όρισες ?

Τα κυάλια προς την ψυχή. Δεν υπάρχει κάτι, δεν υπάρχει μη κάτι, υπάρχει το υπάρχει σαν μια απλή μη σκέψη.

Είναι άνοιξη. Στον πίσω κήπο του άγνωστού μου γείτονα μαζευτήκανε όλα τα ζώα της πόλης να γλιτώσουν από την ερημιά. Είναι μόλις μερικές πιθαμές από μένα. Πρέπει να μπω, σκέφτομαι, γιατί αύριο ίσως να μην υπάρχω.

Και μετά όλα θα μεταμορφωθούν από πεταλούδα σε χρυσαλίδα.

Όλα ζουν με οφθαλμαπάτες , όλα τρέφονται με την αύρα της οργής. Σαν μανιασμένος σκύλος απόκοσμα πλάσματα τριγυρνούν τα βράδια και μπαίνουν από του τοίχους σε όλα τα σπίτια. Η βρεγμένη μουσούδα, η βαριά βρώμικη καυτή ανάσα, το πάθος και η εμμονή του κυνηγού, ανελέητη, ανθρωπόμορφη, ρουφάει με πάθος σηκώνοντας το χέρι σαν μάγος. Εκείνα τα βράδια, χωρίς μολύβι να βαραίνει τους σκληρούς κόκκινους μυς του προσώπου, ο θάνατος παραμονεύει κρυμμένος μέσα σε μια σκέψη.

Ναι είναι άνοιξη. Μόνο μερικές πιθαμές. Αφήνω αλάτι να κυλίσει από τα δάκτυλα. Κοιτάζω μέσα από τον καταρράκτη κόκκων και νιώθω μια απόκοσμη δύναμη να τεντώνει τον τένοντα του νου, καθώς σαν λάστιχο σφεντόνας εκείνος τεντώνεται και ξαμολάει πλανήτες σε μαύρες μικρές σχισμές βράχων.

Μετράω αντίστροφα από το άπειρο. Μια μηχανή με ακολουθεί φοβισμένη. Ο ουρανός είναι και σήμερα γαλάζιος.

2 σχόλια:

ΜΕΤΡΗΤΗΣ ΓΗΙΝΩΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ Free Hit Counter