Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Το κυνήγι του χρόνου

Δεν υπάρχει χρόνος.

Βροχή μεταξωτή ρέει στο λαιμό ενός πράσινου αλόγου. Μωβ μάτια κοιτάζουν το παγωμένο απέραντο και μια σταγόνα τρεκλίζει να βρει συντροφιά σε μικροσκοπικές ανάσες που μοιάζουν με παγωμένα σύννεφα μέσα στο διάφανο δέρμα . Τρέχει ο άνεμος να βρει αγκαλιά από παιδιά, διστακτικές κινήσεις μιας άσπρης κάμπιας πάνω σε χωμάτινα σύρματα.

Χορωδίες,μελωδίες, και το σύμπαν δεν καταλήγουν πουθενά.  Ο δρόμος είναι πιασμένος με ψυχές ανθρώπινες και ο θάνατος δεν είναι παρά επτά ημέρες ανάστασης, και η κάθε μέρα δεν είναι παρά χιλιάδες χρόνια κόλασης.

Γαλήνη από μακριά, πρόσωπα άφωνα, ένα βιολί κλαίει χαμόγελα και ζωές και πάλι οι καβαλάρηδες, ίδιοι πάντα, μαύροι με άσπρα χλωμά μάτια προχωράνε χωρίς σκοπό.

 Ένα μαρμάρινο άγαλμα με κατακόκκινη ζουμερή καρδιά κάτω από τα χώματα ενός μικρού βασιλικού κήπου. Τα μυρμήγκια ονειρευτήκανε θαύματα και ήχοι σμιλέψανε τα πρόσωπά τους και τα κάνανε να μοιάζουν με ανθρώπινα.

Εποχή που το κομμάτι της βροχής θα χτυπάει αλύπητα την Γη, που αναγεννιέται θρόνος σε βράχο, καταραμένοι ξένοι πλανήτες και εξόριστες ψυχές.




Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Η προφητεία του ερχομού




Κουρδιστήρι πάνω σε σάπια πορτοκάλια, μεθυσμένη λιβελούλα φωσφορίζει κίτρινη γύρη, λιοντάρια χαραγμένα σε κορμιά αποδρούν σπάζοντας τον φράχτη του κινέζικου ποταμού και πλημμυρίζουν την κοιλάδα των κροκοδείλων του Νείλου. Αέανο κροτάλισμα της αναπνοής της σαύρας.

Έχουμε αφίξεις από τα βάθη των καιρών, ταξιδιάρικα φτερωτά άλογα και φιλοσοφίες κάτω από αμπέλια, που στάζουν κόκκινο κρασί. Σάτυροι χορεύουν ομόκεντρους κύκλους στα χωράφια με τα πόδια του δολοφόνου Διόνυσου μουσκεμένα από τα κοσμικά κύματα, βήμα-βήμα προς την χειμερινή σπηλιά, όπου μαζεμένοι σαν κορμιά ανθρώπων χωρίς παιδιά και με μάτια, λίμνες δάκρυα , πηγάδια σιωπής αγγίζουν το χώμα ποτισμένο με ρετσίνι από ανοιξιάτικες αναχωρήσεις.

Το όνειρο τιθασεύει το χρόνο τετραγωνισμένο σε καθρέφτη και καμιά φορά εκεί, ανάμεσα στην δύναμη και τα παραμύθια, μέρα και νύχτα , υποψία εισβολής από την γκάικα και χτυπήματα ποδιών, μεγάλος χορός, τύμπανα, ουρλιαχτά , πόλεμος και ειρήνη, μια μπουκιά ψωμί και η μεγάλη πείνα του μυαλού και πάλι κάτω και πάνω και χτυπήματα χεριών, παλαμάκια, ιδρωμένα μάγουλα και φτάνει το τέλος πιο μακριά, ψίθυρος.

Ο σωτήρας των αδικημένων δεν υπάρχει.

Θα έρθουν σαν μέλισσες να ακουμπήσουν πάνω στο δρόμο για τον ουρανό, θα σκοτεινιάσει το μέρος της Γης με πάγο και κομμάτια ηπείρων θα κολλήσουν μονομιάς σε μια καινούργια πράσινη χώρα με ένα σκούρο μαύρο ωκεανό, αγκαλιά από αρχαία κούκλα, πολυκαιρισμένη με το ίδιο αγόρι να την κουβαλάει μέσα από την λύσσα και το μένος των αιώνων, με τα ίδια πάλι ρούχα κεντημένα στο χέρι να αντέξουν, λευκά σαν εκείνα τα μαργαριτάρια που έβγαλε ο μικρός Αϊτινός και πέθανε στα χέρια του εμπόρου από την Βηθλεέμ ή σαν εκείνα τα σύννεφα από την οροσειρά του Θιβέτ, με χέρια από βελούδινο χρώμα σοκολάτας με τον ήλιο πάνω από τον αριστερό του ώμο. Θα ανοίξουν τις κόκκινες γραφές να σε διαβάσουν και χίλιες λέξεις με μια εικόνα θα ανταλλαγεί.

Στις λέξεις δεν έχει χρώμα.

Ίδια σώματα με οξυγόνο και μεταλλικά μέλη σαν κάβουρες με σήματα κινδύνου, αναμμένες φωτιές σε παραλίες, στα υψώματα του Γκολάν, στην κρυστάλλινη πηγή του βάθρου του ναού της Ακρόπολης και στους μεγάλους μύθους των Αζτέκων, ίδιες πατημασιές στα ίδια μονοπάτια και ονόματα χαμαιλέοντα.

Το ταξίδι, σου λέω ξανά να ακούσεις, είναι χωρίς επιστροφή.

Θρήνος χωρίς τελειωμό, κυλάει πάνω στα βράχια και τα σμιλεύει αλεύρι μαύρο και ο ύπνος μεθυσμένος από κρασί ρουφάει τον δρομέα. Άγνωστες λέξεις, υφή μακρόσυρτου τοπίου. Χρόνος σκλάβος , μεριά του πλανήτη με εφτά ψυχές και είσοδο για τον κόσμο των νεκρών,πύλη του μυαλού ψεύτικη, αυταπάτη μια μικρής ουτοπίας πουλημένης ένα κρύο πρωινό, μέσα σε μια μικρή ομίχλη, στον αφέντη του Φάουστ, μόνο μια μελανιά από φτερό χήνας.

Πετάνε. Έρχεται εκείνος ο ατελείωτος χειμώνας.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Ένα κακό φεγγάρι ανατέλλει




Ένα τεράστιο σμήνος είναι μαζεμένο στην άκρη μιας απρόσιτης προβλήτας. Κανένας δεν μιλάει. Άπειρα μάτια προσηλωμένα μέσα σε μαύρα καλύμματα κεφαλιού, σπινθηροβολήζουν κόκκινα σαν μια χούφτα κάρβουνα. Τραγουδούν ένα απόκοσμο κομμάτι, συλλαβή-συλλαβή, ξανά σε τροχιά και από την άκρη του κόκκινου χείλους μελένιο σάλιο ποτίζει την έρημο.

Φορείο της απόλαυσης του νου, το χαμένο κομμάτι του τραγουδιού , μεταφέρουν τον πόνο πάνω σε κομμάτι ξύλου σκαλισμένο μόνο από ήχους.

Το κοπάδι πετάει από τα συννεφιασμένα βάθη του πέτρινου ωκεανού στα τρικυμιώδη ύψη του παγωμένου κενού. Πώς μπορεί να χορεύει σε μια τέλεια αρμονία? Κολυμπάει σε σχηματισμούς φωτιάς, σπάει σε χίλια κομμάτια και χάνεται, και είναι καμιά φορά σαν το βέλος σε εκείνες τις υγρές ζούγκλες, που διαπερνάει τα χαμηλά κολλώδη βαθυπράσινα βατόμουρα, ο θρόνος για τον άρχοντα των σκαθαριών, γλιστρώντας σαν χάδι απαλά μέσα από τα χτεσινοβραδινά πιτσιλωτά, σαν άγρια άλογα, μανιτάρια, και συνεχίζει το ταξίδι του θανάτου βαθιά τρυπώντας βάναυσα την μαλακή, καθαρή από την γλώσσα της μάνας, γούνα, του μωρού αλιγάτορα, μέχρι να σπάσει το τελευταίο κουδούνισμα της καρδιάς. Μα τι στιγμή! Όλα περιστρέφονται σαν πλανήτες πάνω από μια λευκή σαν γάλα βουβαλιού, μαύρη τρύπα, σαν αιώνιος ηνίοχος του λυπημένου Σεθ και μια απεγνωσμένη προσπάθεια του
Απέπ να σπάσει το κομμάτι του ήλιου που δείχνει τον δρόμο στα γέρικα πουλιά.

Κάθομαι κάτω από μια λίμνη και νιώθω τα κύματα να με πασαλείβουν σαν μητρικά χάδια.

Ονειρεύομαι πως ,τάχα, ένα σκοτεινό πρωινό μέσα σε μια ζεστή φωλιά πουλιού, με επισκέφτηκε ένα φίδι κρατώντας ένα βάζο, διάφανο, γεμάτο πλάσματα νεκρά, που σαλεύανε με το κούνημα του ανοιξιάτικου αέρα. Πιές, μου είπε. Και εκείνη την στιγμή, άνοιξε το ασημένιο του καπάκι και μια μυρωδιά τριαντάφυλλου έλουσε τα κομμάτια λάσπης, απλώθηκε με χάρη πάνω στο δάσος, τόσο , που η καρδιά μου άνοιξε το στήθος μου να ανασάνει και όπως σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά από την πρωτόγνωρη ηδονή, είδα το σμήνος να με κοιτάει σαν ένα τεράστιο αυστηρό μάτι.

Φοράω άχυρα στις τσιμεντένιες πλάκες, τριγυρνάω στην καινούργια πόλη στην άκρη του κόσμου. Χορεύω μέρες τώρα, καπνός από τσιγάρα, πλοία ταξιδεύουν στον αέρα και όπως σκύβω μπροστά, σκλάβος στον ρυθμό, μια αγέλη ιερά μυρμήγκια, κρεμασμένα σε μια σπηλιά με ονειρεύονται.

Χορεύω.

Αν κάνω λάθος τον ρυθμό, θα τα ξυπνήσω και τότε θα παραταχθούν σε λεγεώνες, σαν στρατιές πολεμιστών και θα με κυνηγήσουν. Μόνο χορεύω. Προσέχω να μην κάνω λάθος.

Εδώ τα λάθη δεν μυρίζουν τριαντάφυλλο, εδώ τα σμήνη δεν τραγουδούν, εδώ ο αέρας είναι βρώμικος. Χορεύω και βλέπω μπροστά μου φυλές από τα βάθη της Αυστραλίας να ταΐζουν τις φωλιές. Ασβεστωμένα κορμιά, φωτιές πιο δυνατές από τον αγέρα, φυσούν μυστικά μέσα στην γη. Κραδασμοί, σεισμοί, βροχές, ήλιος , άνοιξη και η γέννηση.

Τρέχω. Δεν είμαι από εδώ, κάποιος φωνάζει.

Απόγευμα.

Ένα μικρό πηγάδι με οδηγεί. Κοιτάζω στο βάθος, την εικόνα του χαμόγελου που έμεινε ίδιο από πάντα.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Ο Μυστικός Μου Κήπος




Το παραμύθι με τους Χίλιους Σκλάβους και το Ένα Μάτι πέταξε από τα χείλη της γιαγιάς. Ο τρόμος άπειρων γενεών φώλιασε μέσα.

Απόκοσμα κύματα , θραύσματα από φτερά μέλισσας, μια γλύκα στο στόμα που γίνεται βράχος.

Κρύσταλλοι αλατιού, ορυχεία για ορφανά, μία σκέψη από τον Δάντη.

Τα πρωινά είναι μια τεράστια λεωφόρος, ένα μάσημα τροφής για πράσινες παλινδρομήσεις.

Δίψα.

Μόνο αλάτι και τίποτε άλλο.

Μία αλληλουχία γεγονότων θα αγκαλιάσουν ένα πολύχρωμο βόα στην διαδρομή πρός την γέννα και εκείνος ρημαγμένος από βαθύ ύπνο, αρχέγονα θα ορίσει την πρόσκληση για ζευγάρωμα πάνω σε πεδίαδες βρεγμένων φυκιών και ο χρόνος σαν ακολουθία θα ορίσει το ταξίδι σαν μια στιγμιαία φώτιση, μετάδοση chi, ένα ξέσπασμα οργής του Ένα και ίσως να είναι λίγο τραβηγμένο, αλλά στο βάθος πάνω σε μιά αραχνιασμένη κουνιστή πολυθρόνα μια γιαγιά με ολόλευκη αύρα, ξεπλυμένη όραση και μια σταγόνα νερού στο ημίφως, θα κινήσει για την εστία που σιγοκαίει στο βάθος του μαύρου ορίζοντα.

Το ποτάμι είπανε δεν γυρίζει πίσω. Ήταν όμως ποτέ κάτι για να γυρίσει? Και αν ήταν, τί είναι αυτό που ορίζει το παρόν? Και αν είδες το παρόν πώς το όρισες ?

Τα κυάλια προς την ψυχή. Δεν υπάρχει κάτι, δεν υπάρχει μη κάτι, υπάρχει το υπάρχει σαν μια απλή μη σκέψη.

Είναι άνοιξη. Στον πίσω κήπο του άγνωστού μου γείτονα μαζευτήκανε όλα τα ζώα της πόλης να γλιτώσουν από την ερημιά. Είναι μόλις μερικές πιθαμές από μένα. Πρέπει να μπω, σκέφτομαι, γιατί αύριο ίσως να μην υπάρχω.

Και μετά όλα θα μεταμορφωθούν από πεταλούδα σε χρυσαλίδα.

Όλα ζουν με οφθαλμαπάτες , όλα τρέφονται με την αύρα της οργής. Σαν μανιασμένος σκύλος απόκοσμα πλάσματα τριγυρνούν τα βράδια και μπαίνουν από του τοίχους σε όλα τα σπίτια. Η βρεγμένη μουσούδα, η βαριά βρώμικη καυτή ανάσα, το πάθος και η εμμονή του κυνηγού, ανελέητη, ανθρωπόμορφη, ρουφάει με πάθος σηκώνοντας το χέρι σαν μάγος. Εκείνα τα βράδια, χωρίς μολύβι να βαραίνει τους σκληρούς κόκκινους μυς του προσώπου, ο θάνατος παραμονεύει κρυμμένος μέσα σε μια σκέψη.

Ναι είναι άνοιξη. Μόνο μερικές πιθαμές. Αφήνω αλάτι να κυλίσει από τα δάκτυλα. Κοιτάζω μέσα από τον καταρράκτη κόκκων και νιώθω μια απόκοσμη δύναμη να τεντώνει τον τένοντα του νου, καθώς σαν λάστιχο σφεντόνας εκείνος τεντώνεται και ξαμολάει πλανήτες σε μαύρες μικρές σχισμές βράχων.

Μετράω αντίστροφα από το άπειρο. Μια μηχανή με ακολουθεί φοβισμένη. Ο ουρανός είναι και σήμερα γαλάζιος.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Ο αβάσταχτος πόνος




Γυρίζω την ώρα στις χαμηλές στροφές να ανασάνει. Είναι μεσάνυχτα και κάτι. Τα κουτιά είναι σαν στόματα ανοιχτά. Τρέμω σαν μικρό παιδί.

Ο ήχος είναι ανακούφιση. Η μελωδία είναι πνιγμός. Τα φώτα είναι η Γη. Το σύμπαν είμαι εγώ.

Μέρες έχω να ακούσω την φωνή σου άγγελε. Αιώνες από χνώτα πέφτουν στον σβέρκο μου και τινάζουν τα ασημένια φτερά. Ρίγος στην ραχοκοκαλιά.

Ξέρω ναι.

Είμαι μια ατυχής αλληλουχία από αριθμούς μέσα σε ένα σπήλαιο από κρυστάλλινα μάτια. Το σώμα λυγίζει , δέντρο στις πύρινες σκέψεις μου.

Η δίοδος είναι κλειστή από σώματα με στολές. Πράσινα τσιρότα βάζω στις κόκκινες πληγές μου. Πράσινες λίμνες, κόκκινα στόματα.

Υπήρχαν εποχές που ετοίμαζα ταξίδια. Ο νους είναι χωρίς ζωή.

Αν περάσω από το πέρασμα θα ηχήσω μία μεγάλη σάλπιγγα να σπάσω τα τύμπανα των εχθρών, να τους φυλακίσω σε μια αιώνια σιωπή.

Φαντάζομαι εκείνη τη λίμνη. Άρωμα είναι το πρωινό με τις χιλιάδες μπλέ πεταλούδες να ακουμπάνε στα ακροδάκτυλά μου και εγω εκστασιασμένος να ρουφώ παγωμένο αξυγόνο μέσα σε ένα σύννεφο.

Μετράω το χρόνο με τους χτύπους μιας καρδιάς μυρμηγκιού.

Είναι απόγευμα....τρέχω στο καταφύγιο για τα πουλιά.

Ίσως πετάξω πριν βραδιάσει ο χρόνος.

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Νέα από το πουθενά


Το πλήγμα είναι μια σιωπή ανάιμακτη. Φως στο πάτο του ποτηριού που δείχνει τον προβολέα. Στέρεα ακουστική από μέταλλο για πλαστικά μέλη. Οι τραυματίες είναι στον παγωμένο θάλαμο 2012. Οι γιατροί φοράνε κόκκινες ποδιές και τα μάτια πρασινίζουν.

Στείρα μωρά με κοιτάζουν γαλάζια. Βλέπω ένα σύννεφο να κυνηγά μια ηλιαχτίδα. Ακουμπώ στο περβάζι, μυρίζω ένα χρυσό βασιλικό με σκουριασμένο χώμα. Τινάζομαι πάνω, είναι όνειρο σκέφτομαι.

Στον διάδρομο σκοντάφτω στα συρματοπλέγματα φωτός του προβολέα και μια φωνή ψελλίζει στο σοκάκι "showtime". Τραντάζω για μια στιγγμή το γαύγισμα του σκύλου. Όλα μοιάζουν πριν το θερισμό.

Η σιωπή είναι ένα αναίμακτο πλήγμα. Ένα οπισθοχώρημα προς την καρδιά, Το τρέμουλο της χαράς. Η απόλαυση της ευτυχίας κρέμεται σε ένα κοτσάνι απραξίας.

Κοιτάζω χάμω και βλέπω ένα παιδί να με χαιρετάει από το θάλαμο 2012.

Τι πάθανε ολοι, σκέφτομαι. Αν έλειπαν μονάχα οι αριθμοί....Αν ήταν αόρατοι σαν ανάσες.

Μέρες μετά χιλιάδες καβαλάρηδες με υπνωτισμένα λευκά μάτια κατρακυλάνε τις πλαγιές.
Τόνοι λάσπης στα πέταλα των αλόγων.

Δεν βλέπω πια, μόνο ακούω.
ΜΕΤΡΗΤΗΣ ΓΗΙΝΩΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ Free Hit Counter